Samstag, Dezember 05, 2009

ΠΑΝΤΑ ΕΚΕΙ



Το φως του ήλιου περνάει μέσα από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα βρίσκοντάς με να κλαίω. Μόρια σκόνης κατακάθονται απαλά στο δέρμα μου.
Οι ωραίες μέρες με τσακίζουν, ρίχνουν τα μάγια τους και με καλύπτουν με κύματα προσμονής κι ελπίδας, παγίδες γλυκές σαν χάδι ανάμεσα στους μηρούς, σαν απαλό γλείψιμο στ΄ αυτί…

Αναγκάζομαι να βγω έξω. Να δουλέψω και να κινηθώ σε μια πόλη που θυμίζει γήπεδο που δεν γίνεται παιχνίδι, μια έρημο από κρυφούς, ανικανοποίητους πόθους.

Η νύχτα πέφτει, ένας άντρας σέρνει το ποδήλατό του έξω από ένα νεκροταφείο. Νιώθω την πυκνή ομίχλη των προαστείων να εισχωρεί στο λαιμό μου σαν άγριο ζώο που ψάχνει καταφύγιο.
Ταιριάζει στη Βιέννη η μελαγχολία, η μοναξιά. Της ταιριάζει όπως η περούκα στις μαύρες τραγουδίστριες.
*
Ακούω Soulsavers δαγκώνοντας τα νύχια μου. Μπήζω ξανά τα κλάματα, αδύναμη σαν παιδί. Κοιτάζω την αντανάκλασή μου στο τζάμι, ο ναρκισσισμός μου με κάνει να αισθάνομαι όμορφη και τραγική. Είμαστε αστεία πλάσματα οι άνθρωποι.
Θυμάμαι πως γελούσα λίγο πριν, μα το γέλιο μετατράπηκε σε κλάμα σταδιακά, ίσως γιατί ποτέ δεν ήταν γέλιο…
Μήνες είχα να κλάψω. Μα όταν άρχισα, δυσκολεύτηκα να σταματήσω. Μπορείς να λουστείς στην ίδια σου την παρακμή, ξέρεις…

Στο μυαλό μου συναντιώνται το γκόθικ και ο Σέλλεϋ, ο Φώκνερ και η Κάρτερ, ο Μπράουνερ κι ο Μπαλζάκ, psychedelic, fuzz, noise, drone, space trip, funk, blues και electronica. Αναζητώ μια σοκολάτα -πάντα θέλω σοκολάτα, ό,τι κι αν κάνω-.
*
Μέσα σ΄ ένα χρόνο μυστικών, έμαθα πως ορισμένα πράγματα παραμένουν ίδια.
Η εφηβική επαναστατικότητα… Με την έννοια όχι τού να μάχεσαι ενάντια σε κάτι, αλλά του να μην το δέχεσαι… Η οργή… Η γεμάτη πίσσα ανάσα… Ο ιδρώτας τις νύχτες… Το να κάνεις πράγματα που δεν θέλεις… Γιατί το θέλεις… Να μετατρέπεσαι σε trouser arouser… Να αντιμετωπίζεις τους ανθρώπους με αδιαφορία και ψυχρότητα που εξοργίζει, γιατί είναι αυθεντική…

Μα πάνω απ΄όλα
αυτό που δεν αλλάζει
όσα χρόνια κι αν περάσουν
είναι
η νοσταλγία για το „άλλο“.

Την έβαλα ανάμεσα στα στήθη μου..
την ένιωσα …
την αγάπησα…

γλίστρησε μια μέρα στη ζωή μου
κι έμεινε εκεί.

Freitag, Oktober 23, 2009

TOO LONG...



I’ ve been loving you…
too long…


Δεν υπάρχει «too long» -λέει-…

Κι όμως, υπάρχει.

Οι γυναίκες, βλέπεις, γεννιόμαστε αφελείς. Ακόμα και στην κούνια είμαστε αφελείς, περιμένοντας τη μαμά να μας ταίσει, ενώ εκείνη μαγειρεύει για το μπαμπά προσπαθώντας να κερδίσει τον έρωτά του, που κάποιος κάποτε της είπε, πως περνάει απ’ το στομάχι…
Κι έρχεται μια πρώτη φορά, κάπου εκεί κοντά στην εφηβεία, που ανοίγει ένα τεράστιο αδηφάγο στόμα γεμάτο υγρασία και κωλαράκια και θηλές από τη μια (χαμηλά, πιο χαμηλά, κατέβα νότια…) κι απ’ την άλλη ένα άλλο, αστείρευτη πηγή λαγνείας, ναι, μα και συναισθήματος και ιπποσύνης και μας καταπίνει. Η ανάγκη για έρωτα –όπως τον έχουμε ονειρευτεί στο χαζό μας κεφαλάκι–, μάς κοντρολάρει σαν διεστραμμένο τηλεχειριστήριο, σαν διαγονιδιακό πείραμα που πήγε στραβά…
Με τον καιρό μαθαίνουμε να κρύβουμε την ευπιστία μας ανάμεσα σε ασκήσεις αυτοέλεγχου, στρώματα μακιγιάζ, έξυπνα λόγια κι όμορφα ρούχα…Γιατί δεν το θέλουμε, σας τ’ όρκίζομαι πως δεν το θέλουμε. Μα βαφτιζόμαστε στην αφέλεια. Αντί να την εξορκίσουμε.
Και είναι πάντα εκεί.

*
Ανάβω τσιγάρο. Έξω στο μπαλκόνι. Η κάφτρα του λάμπει διαβολικά μέσα στη θολή νύχτα. Κρυμμένο πίσω της, το αλαφρόπιστο, εδώ και πολύ καιρό ευαπάτητο πρόσωπό μου. Ρωτώ τον εαυτό μου και καπνίζω, καπνίζω κι έχω το θράσος ν’ αναρωτιέμαι.
Τι ακριβώς αναρωτιέμαι, δεν μπορώ να σας το πω. Είναι ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ Εκείνον, μεταξύ τής κάθε γυναίκας και σχεδόν του κάθε Άντρα που συναντά στο διάβα της…
Αλλά προφανώς το ξέρετε. Κι εσείς κι εγώ.
Ας μην αφήσουμε την όποια αλήθεια να μας χαλάσει την ψευδαίσθηση…

Dienstag, Oktober 13, 2009

TOM... WAITS...?



Ο Τομ περιμένει.
Ναι, κι αυτός ακόμα…
Πού και πού περιμένουν κι οι άντρες.
Με διαφορετικό τρόπο από τις γυναίκες
οι οποίες
περιμένουν το άλλο
περιμένουν το αλλού
σαν τη γάτα στα σκαλοπάτια
καθώς μια ηλιαχτίδα
πέφτει
αργά-αργά
πάνω τους

Μα Κυρίως
περιμένουν τον Κύριο
τον πωλητή ψευδαισθήσεων
το πλάσμα-φετίχ
κουλουριασμένες στη σιωπή
τυλιγμένες σε φωνές

Κοιμούνται με τα μάτια ανοιχτά
έναν ύπνο που πρέπει μόνες να υποφέρουν

Η αναμονή τις τρέφει
τις ντύνει
πληρώνει το νοίκι τους
διατηρεί την ύπαρξή τους ζωντανή

Περιμένουν
με προσήλωση
προσδοκία
αδημονία
απαντοχή
ανάμεσα σε ανώνυμες ματιές
άλλοτε ήρεμα
πάντα ματαίως
κι ως είναι επόμενον

δεν ξεχνούν ποτέ.

Freitag, Oktober 02, 2009

ΚΑΠΟΙΟΣ ΝΑ ΜΕ ΓΕΜΙΣΕΙ ΦΙΛΙΑ

«Άλλαξες σε μια μέρα μέσα», αποφαίνεται και με κοιτάζει λες και μόλις τού ’χα κλέψει τα ρούχα από το σχοινί της μπουγάδας.
Γεμίζω άλλο ένα ποτήρι με βότκα –νεράκι σημαίνει αυτό στα ρώσικα, Wässerchen– και νιώθω σαν να καλώ το διάβολο...
«Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι», λέω.
Αναρωτιέται ποια ήταν η μέρα η σημαδιακή.
Ξεχνάει. Ξεχνάει εύκολα. Δεν θυμάται που τού ’πα κάποτε, πως αν γουστάρω, μπορώ να εφεύρω μια καινούρια ζωή όχι σε μία, μα σε μισή ώρα μέσα.
Μιλάει για τα διαδικαστικά υπενθυμίζοντάς μου, ότι η ζωή μοιάζει συχνά με κακό γάμο. Μένεις για τα παιδιά.
*
Οι μέρες μικραίνουν και ψυχραίνουν. Γίνομαι παθιασμένη και ενοχλητική. Αυτά τα δύο είναι συχνά αξεχώριστα, σαν το σεξ και την ενοχή. Ζω νύχτες που δεν θέλω να τελειώσουν, γιατί φοβάμαι, πως με το πρώτο φως της μέρας –κι έχοντας γεμίσει το κενό τόσο εύκολα την προηγούμενη– θ’ αναγκαστώ να προσγειωθώ απότομα στην πραγματικότητα και θα πονέσω άγρια…
Μέχρι να ξημερώσει αυτή η μέρα όμως, θα συνεχίσω να σου κλέβω τα ρούχα από το σχοινί τής μπουγάδας. Κι εσένα, κι εσένα… Μέχρι το να πάρεις χαμπάρι, πως θέλω κάποιον να με γεμίσει φιλιά χωρίς νταραβέρια και συμφωνίες.

Αυτή είναι η τελευταία μου σκέψη πριν πάω να την πέσω, έχοντας κλείσει για ένα ακόμα βράδυ ειρήνη με τον εαυτό μου, κι ας ξέρω πως θα παραμείνω
ο αιώνιος
σκλάβος του.

Montag, September 14, 2009

ΠΕΙΣΜΑ



Αργά αλλά σταδιακά χάνω την όρασή μου. Μεταφέρομαι στη νευρολογική πτέρυγα ενός φθαρμένου από το χρόνο νοσοκομείου. Μοιράζομαι ένα θάλαμο με άλλους πέντε ασθενείς, όλων οι παθήσεις τής ίδιας φύσεως με τη δική μου. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι να το σκάμε από τους γιατρούς που μας παρακολουθούν, για να κατεβαίνουμε στον μυστικό μας κήπο και να παίζουμε σαν τα παιδιά...
Ξυπνάω με τη γεύση της νικοτίνης στο στόμα και θυμάμαι πώς περίμενα το χτύπημα του αλκοόλ το προηγούμενο βράδυ για να ξεπεράσω τις αναστολές. Ήρθε η ώρα να ισορροπήσω, σκέφτομαι, και η συνειδητοποίηση, σαν βάκιλλος του Κοχ στα πνευμόνια. Μου προκαλεί διαπεραστικό πόνο.
*
Προσπερνάω τον new age traveller (ντρεντλόκς και σαγιονάρες), τις κυρίες με τα σκυλάκια, τη μικροκαμωμένη Ασιάτισσα που παραπατάει στα τακούνια της προσπαθώντας ν’ αποφύγει μια λακούβα –μια σλαβόφατσα το παίρνει χαμπάρι και χαμογελάει ειρωνικά– και τους φλώρους που πίνουν σαμπάνια για πρωινό στο Fabio’s.
Παίρνω το μετρό και κατεβαίνω σε άλλη περιοχή, όπου ζουμερές μελαχρινές γυναίκες προκαλούν ξανθούς άντρες και κουρασμένοι μελαχρινοί άντρες μου ψιθυρίζουν για χαμπίμπι, όλοι τους τόσο παράταιροι σ’ αυτό το περιβάλλον, μακριά από τις αμμοθύελλες και τους σκονισμένους δρόμους της πατρίδας τους.
Άνθρωποι σκόρπια ριγμένοι πάνω σε γεωγραφικό χάρτη, σαν μεταφυσικό αστείο.
Κοιτάζω κάτω, μέσα, μακριά.
Γύρισα από ένα σπίτι που δεν ήταν ποτέ το σπίτι μου, σ’ ένα άλλο που δεν θα γίνει ποτέ σπίτι μου. Αν δεν είμαι εδώ –έστω και μερικώς– ελεύθερη, πού στο διάολο θα είμαι;
Συγχρονίζομαι υποχρεωτικά με το αργό βήμα τής πόλης, ενώ το μόνο που θέλω είναι να καταβροχθίσω τη ζωή με μεγάλες γρήγορες μπουκιές, σε πείσμα του, σε πείσμα της, σε πείσμα όλων αυτών, του εαυτού μου συμπεριλαμβανομένου, που θέλουν να με εξουσιάσουν και να καταντήσουν τις μέρες μου μια εξαναγκαστική κατάσταση μεταξύ βιασμού και συναλλαγής.

Η μουσική δυναμώνει, ο ουρανός σκοτεινιάζει. Συναντώ το είδωλό μου στον υπερμεγέθη καθρέφτη του μπάνιου –κατάλοιπο προηγούμενων, ακόμα πιο ματαιόδοξων από μένα ενοικιαστών– και του λέω βουβά: Θέλω να σε κάνω να μου υποσχεθείς, πως θα συνεχίσεις αυτό που άρχισες… Με κοιτάζω βαθιά στα μάτια και περιμένω το χτύπημα του αλκοόλ που θα με πείσει να ξεπεράσω τις αναστολές.


Ph.: Kahen

Montag, September 07, 2009

ΕΠΙΒΙΩΣΗ



Καθόμασταν την τελευταία ζεστή μέρα του Σεπτεμβρίου με μια φίλη στο γρασίδι κάτω από τη σκιά ενός πλάτανου, του οποίου μεγάλα κλαδιά είχαν σπάσει κατά τη διάρκεια της προχθεσινής καταιγίδας. Εκπατρισμένη, από γειτονική χώρα με ξένο νόμισμα και πολλά χρέη, νιώθει περήφανη που βρήκε μια καλή δουλειά, που τρέχει από το πρωί μέχρι το βράδυ, που τα κατάφερε στη Βιέννη, που αντέχει τη νεύρωση νεύρωση νεύρωση αυτής της πόλης, μια λεπτεπίλεπτη σκλάβα αυτού που ονομάζουμε πραγματικότητα…
Για λίγο αισθάνομαι αδύναμη.

Καθόμαστε, αυτή κι εγώ, στο γρασίδι κάτω από τον πλάτανο, μου διηγείται τα βάσανα και τις μικροχαρές της εθισμένη στην προσωπική της κωμικοτραγωδία όπως όλοι μας, δείχνοντας ικανοποιημένη. Μα γνωρίζω καλά –η ίδια μου το εκμυστηρεύτηκε–, πως κάποιες νύχτες πετάγεται λουσμένη στον ιδρώτα στο κρεβάτι της από κρυφές επιθυμίες μεταμφιεσμένες σε όνειρα, λύκους σε κοστούμι λαγού…

Νομίζω πως υπήρξα κι εγώ έτσι κάποτε. Όχι τόσο παλιά… Μέχρι που αποφάσισα ν΄ αποδράσω από τη φυλακή μου, να παρατείνω την δεύτερη ζωή μου, και τώρα νεύω πονηρά σ΄εκείνη την Άννα που δεν έκανε ποτέ ό,τι ήθελε, κι όμως πάλι το μπελά της έβρισκε…
Ιδέα δεν έχω πόσο καιρό ακόμα με παίρνει να παραμείνω φυγάς. Ούτε πού θα με βγάλει. Μα έρχονται πρωτόφαντες, αγαπημένες στιγμές, που ακόμα και μέσα στις συμβάσεις που διάλεξα να ζήσω, –γιατί τόσα ήξερα τόσα έκανα–, αισθάνομαι ελεύθερη. Δεν ξυπνώ ιδρωμένη πια τις νύχτες… Κοιτάζω την έτοιμη να καταρρεύσει Ε, κοιτάζω τον ακόμα ηλιόλουστο, καθαρό ουρανό και χαμογελάω με το γεγονός, πως στο μακρύ δρόμο μέχρι το σήμερα άφησα κάπου το μυαλό μου κι ούτε που με νοιάζει αν θα το ξαναβρώ…
*
Επόμενη μέρα.
Ένας τύπος στο ραδιόφωνο μιλάει για το φεγγάρι και παίζει ωραία πράματα –μα όχι καλύτερα από…– και δαγκώνω τα χείλη μου καθώς σκέφτομαι πως δεν ξέρω πώς ήμουνα, μα ξέρω πώς είμαι.
Ευαίσθητη σαν το γρασίδι. Όχι ένα ψηλό δυνατό δέντρο, που χάνει τα κλαδιά του από την ένταση του ανέμου, μα χαμηλή, ντελικάτη, αυτοφυής και μη εδώδιμη πρασινάδα, που αντέχει ακόμα και στην πιο σφοδρή καταιγίδα.

Montag, August 24, 2009

ΜΕ ΣΚΕΦΤΕΣΑΙ ΤΩΡΑ;






















Μαζεμένοι κάτω από ένα λευκό ξύλινο υπόστεγο για να προφυλαχθούν από τη θερινή καταιγίδα -δοκάρια ποτισμένα αποικιοκρατική ανία-, σκοτώνουν την ώρα τους με ένα διασκεδαστικό, ηλίθιο χαρτοπαίγνιο. Ο ηττημένος φορά πλαστική σακούλα στο κεφάλι, ο νικητής χακί καπέλο τύπου “Fidel Castro” (πάντα στη ζωή υπάρχουν νικητές και ηττημένοι, θλιβερό είναι να μπαίνεις στη γωνία). Μπύρες, βότκα, άπειρα τσιγάρα, θυμικό κυκλικό σαν την παλιά ροτόντα που φιλοξενεί το παιχνίδι τους. Διακοπή ρεύματος.

«Vacations misérables…», λέει η μια φίλη σκύβοντας συνωμοτικά προς την άλλη. Τα χείλη τους σχεδόν αγγίζονται.

Η τρίτη της παρέας τραβάει μανιασμένα τα φις από τις πρίζες, πασχίζοντας να ανακαλύψει την αιτία του βραχυκυκλώματος. Ο καταθλιπτικός σύζυγός της -κούκλα διαμελισμένη από μικρό σαδιστή- κατεβαίνει οικειοθελώς στο κελάρι. Κάποιος τον συνοδεύει. Ποιος έχει εμπιστοσύνη σε μια κούκλα; Ο Γ παραμένει αδιάφορος για το τι συμβαίνει γύρω του… Δεν ακούει εξάλλου καλά: καλοκαιρινή ωτίτις. Οι φίλες ξεκαρδίζονται στα γέλια σαν σκανδαλιάρες μαθήτριες.

«Θέλω να σε γαμήσω, μωρό μου», ψιθυρίζει κάποιος μέσα στο υγρό σκοτάδι…

Και τότε έρχεται το ρεύμα. Ως δια μαγείας. Σαν το τσεκούρι στο δάσος. Το παιχνίδι ξαναρχίζει. 6 άνθρωποι, 3 ζευγάρια σε σειρά τυχαία… ζάρια πεταμένα από χέρι τζογαδόρου.

«Βαρέθηκα να τον βλέπω συνέχεια να χάνει. Σε μερικά χρόνια θα τον εγκαταλείψω»
«Θα με σκέφτεται τώρα;»
«Πρέπει αύριο να πάρω τηλέφωνο στην εταιρία»
«Γαμώ την καντεμιά μου… δεν μπορώ και να πιω με την κωλοαντιβίωση…»
«Θα με σκέφτεται τώρα;»
«Νυστάζω…»


Το φως της ημέρας πλησιάζει, απειλητικό όπως πάντα. Οι κατά φαντασίαν βρικόλακες εξαφανίζονται έντρομοι πίσω από τις πόρτες των δωματίων τους. Μα δυο ερωτευμένες με τον έρωτα ψυχές σμίγουν, όσο ακόμα είναι σκοτάδι:
«Θα με σκέφτεται τώρα;»


Το ποστ έγραψαν από κοινού η synas και η 3partiesaday.